gr
A A A

Ορολογία σχετικά με τις Αναπηρίες

Έχετε υπόψη σας πόσο δυσάρεστες μπορεί να είναι για τα άτομα με αναπηρίες κάποιες λέξεις και εκφράσεις που περιγράφουν την αναπηρία και που εξακολουθούμε να τις χρησιμοποιούμε ασυναίσθητα, όπως, π.χ. οι λέξεις «σακάτης» και  «παράλυτος»;

Γνωρίζετε πόσο αρνητικά φορτισμένες είναι τέτοιου είδους λέξεις και εκφράσεις και πόσο στιγματίζουν και λειτουργούν ως όροι διάκρισης για τους ανθρώπους με αναπηρίες;

Γνωρίζετε ποια είναι η προέλευσή τους, η ετυμολογία τους, γιατί τις χρησιμοποιούμε και γιατί θα έπρεπε να πάψουμε να τις χρησιμοποιούμε;

Και, τέλος, ξέρετε πώς τέτοιου είδους αρνητικές λέξεις και εκφράσεις μπορούν να αντικατασταθούν από σύγχρονους όρους που δεν προσβάλλουν κανένα;

Αν η απάντησή σας σε όλες τις παραπάνω ερωτήσεις είναι «όχι» ή «δεν ξέρω», τότε ίσως αξίζει τον κόπο να διαβάσετε προσεκτικότερα αυτή την ιστοσελίδα που έχουμε ετοιμάσει έχοντας κατά νου όλους αυτούς που –αντί να θέλουν να είναι πολιτικά ορθοί –  επιθυμούν να δείξουν κατανόηση, ενσυνειδητότητα και συμπάθεια απέναντι  στη μεγαλύτερη μειονότητα κάθε κοινωνίας, δηλαδή στα άτομα με αναπηρίες.

Η ιστοσελίδα αυτή απευθύνεται σε όλες τις ομάδες ανθρώπων που συμβάλλουν στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης: δασκάλους, δημοσιογράφους, επιχειρηματίες και δημοσίους υπαλλήλους κάθε βαθμίδας.

Καμία κοινωνική μειονότητα δεν θέλει να νιώθει προσβεβλημένη, ακόμη και από λέξεις ή εκφράσεις που απευθύνονται προς τα μέλη της και που περιλαμβάνουν χαρακτηρισμούς για αυτά.

Παρακαλούμε, δείτε παρακάτω κάποιους αρνητικούς και, αντίστοιχα, κάποιους θετικούς όρους που περιγράφουν τα άτομα με αναπηρίες και το θέμα της αναπηρίας γενικότερα:

 

Όροι που στιγματίζουν τα άτομα με αναπηρίες:

 

Συνιστώμενοι όροι:

Ανικανότητα

Αναπηρία, δυσλειτουργία

«Σακάτης», παράλυτος, πάσχων, ανάπηρος, άτομο με διαφορετικές δεξιότητες, «αδικημένος από τη μοίρα»

Ένα άτομο με αναπηρία

 

 

«Οι ανάπηροι»

Άτομα με αναπηρίες

«Οι τυφλοί»

Ένα τυφλό άτομο / τυφλά άτομα, άτομο / άτομα με δυσκολίες στην όραση, άτομο / άτομα μερικώς βλέποντα

«Οι κωφάλαλοι»

Ένα κωφό / Κωφό άτομο, κωφά άτομα / βαρήκοα άτομα, άτομο / άτομα με δυσκολίες στην ακοή

Ένα παιδί / άτομο «με ειδικές ανάγκες»

Ένα παιδί / άτομο με αναπηρίες

Ειδικές ανάγκες

Ειδικές  απαιτήσεις

Αναπηρική καρέκλα

Καρέκλα ειδική  για άτομο με αναπηρία

«Καθηλωμένος /δέσμιος» σε αναπηρική καρέκλα

Χρήστης καρέκλας ειδικής για άτομο με αναπηρία / άτομο που χρησιμοποιεί καρέκλα ειδική για αναπηρία

«Καθυστερημένο», «νοητικά καθυστερημένο»

Ένα άτομο με γνωστική δυσλειτουργία, με νοητική υστέρηση, με αναπτυξιακές διαταραχές

«Ψυχάκιας», «ψυχοπαθής», «παρανοϊκός», «ψυχασθενής», «φρικιό»

Ένα άτομο με προβλήματα ψυχικής υγείας

«Σχιζοφρενής», «σχίζα», «σχιζοειδής προσωπικότητα»

Ένα άτομο που έχει σχιζοφρένεια

Επιληπτικός

Ένα άτομο με επιληψία

«Αυτιστικό»

Ένα άτομο που έχει αυτισμό

«Μογγολάκι», «Νταουνάκι», «Μόγγολo»

Ένα άτομο / ένα παιδί με Σύνδρομο Down

«Σπαστικό»

Ένα άτομο με εγκεφαλική παράλυση, ένα άτομο με κινητικές αναπηρίες 

Διαβητικός

Ένα άτομο που έχει διαβήτη

Ένα παιδί / άτομο που χρήζει «ειδικής φροντίδας»

Ένα παιδί / ένα άτομο με αναπηρία

«Χτυπημένος από τη μοίρα»

Ένα άτομο με κάποια αναπηρία

Δυσλεκτικός

Ένα άτομο με δυσλεξία

 

Ελπίζουμε να βρείτε ενδιαφέρον ένα άρθρο του Bernard Quinn  για την αναμόρφωση της αγγλικής ορολογίας για τις αναπηρίες. Το κείμενο μπορείτε να το βρείτε εδώ